νευρώδης


νευρώδης
[нэвродис] εκ нервный, мускулистый, сильный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "νευρώδης" в других словарях:

  • νευρώδης — sinewy masc/fem acc pl (attic epic doric) νευρώδης sinewy masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) νευρώδης sinewy masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νευρώδης — ες (ΑΜ νευρώδης, ῶδες) [νεύρον] 1. γεμάτος νεύρα, μυώδης 2. δυνατός, ισχυρός νεοελλ. πολύ έντονος, γεμάτος ζωτικότητα («νευρώδες ύφος») αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ νευρῶδες α) το σημείο τού σώματος που έχει πολλά νεύρα β) το νευρικό σύστημα …   Dictionary of Greek

  • νευρωδέστερον — νευρώδης sinewy adverbial comp νευρώδης sinewy masc acc comp sg νευρώδης sinewy neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νευρώδει — νευρώδης sinewy masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) νευρώδης sinewy masc/fem/neut dat sg νευρώδεϊ , νευρώδης sinewy dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νευρώδη — νευρώδης sinewy neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) νευρώδης sinewy masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) νευρώδης sinewy masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νευρωδέστατα — νευρώδης sinewy adverbial superl νευρώδης sinewy neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νευρωδέστατον — νευρώδης sinewy masc acc superl sg νευρώδης sinewy neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νευρώδεα — νευρώδης sinewy neut nom/voc/acc pl (epic ionic) νευρώδης sinewy masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νευρώδεις — νευρώδης sinewy masc/fem acc pl νευρώδης sinewy masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νευρωδεστάτοις — νευρώδης sinewy masc/neut dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)